Γλωσσάρι Πιερίων

Παρακάτω θα προσπαθήσουμε να  δημιουργήσουμε αλφαβητικά ένα γλωσσάρι/ευρετήριο λέξεων και εκφράσεων που χρησιμοποιούνται στα χωριά μας, στα Πιέρια Όρη και έχουν τις ρίζες τους στα αρχαία ελληνικά, στα νέα ελληνικά και στην τουρκική γλώσσα (αποτέλεσμα των 400 χρόνων σκλαβιάς και λιγότερο στα λατινικά και στα βλάχικα).  Αν επιθυμείτε να στείλετε τις δικές σας λέξεις ή να διορθώσετε υπάρχουσες κατεβείτε στο τέλος της σελίδας και γράψτε στο πλαίσιο  (ή αν δεν μπορείτε στείλτε μήνυμα στο facebook ή στο e-mail oreinapieria@gmail.com)

σημείωση: στις λέξεις που υπάρχει το  '   (π.χ αδέτσ')  ακολουθεί ένα "ι" που δεν προφέρεται όμως το στόμα παίρνει το κατάλληλο σχήμα σα να το προφέρει και έτσι ακούγεται.  Επίσης, δεν θα μπουν στο γλωσσάρι κάποιες λέξεις/παραλλαγές από την νεοελληνική που ξέρουν όλοι τη σημασία τους (π.χ χάσκς=χάσκεις, πααίνω=πηγαίνω,  μπλάρ'=μουλάρι κ.ο.κ).  

α
ο Αγάς : μεταφορικά και ειρωνικά ο δεσποτικός και ο αυταρχικός.


αδέτσ' ή ουδέτσ': χωρίς, σκέτο. 

αδιασκά : γρήγορα. 

αδοκήθκα : θυμήθηκα.

τ' ανακούκουρδα : κάθισμα οκλαδόν. 

αντραλίζουμι : ζαλίζομαι.

απόστασα : κουράστηκα. 

απιλουιέμι : απαντώ. 

αραθκά : με την αράδα, με τη σειρά. 

αραθύμσα : νοστάλγησα.

αράτσα : πέρασα από κάπου στενά ή δύσκολα. 

ο αρίτσιους : ο σκαντζόχειρος. 

τα αρνίθια : οι κότες. 

αστόϊσα : ξέχασα. 

ασκήθκα : σιχάθηκα.

αφκριούμι : ακούω με προσοχή ή κρυφακούω.


β

βάζω, έβαξα : χτυπώ, χτύπησα ή και βουΐζει (πχ ο λάκκος βάζ').

η βελέντσαμάλλινο σκέπασμα από μαλλί προβάτου ή γίδας φτιαγμένο σε αργαλειό.


το βιός : η περιουσία.


ο βιράγκους : αυτός που είναι μέσα σε όλα και τα καταφέρνει καλά, ο δυνατός. 

βιρβέρξι : πόνεσε.

το βιτούλ': το κατσίκι ενός έτους.



γ 

τα γαλάρια : τα γεννημένα πρόβατα ή γίδια που κρατούν (έχουν) γάλα.  

η γίδα : η κατσίκα αλλά και η κουκουνάρα. 

η γκαζίνα : το μεταλλικό δοχείο μακράς αποθήκευσης (πχ τυριού, λαδιού κτλ).

γκαϊγκούσια : η πράξη όταν έχουμε κάποιον στην πλάτη. 

η γκάσκα : ο φάρυγγας.

γκιζιρώ : περιπλανιέμαι, γυρίζω. 

η γκιόσα : η γίδα με μαύρη ράχη, άσπρη κοιλιά και λευκές ρίγες στο πρόσωπο 

η γκιούμα, το γκιούμ' : το μεταλλικό δοχείο που συνήθως χρησιμοποιούνταν για ζέσταμα νερού. 


η γκλαβανή : μεταφορικά το μυαλό "δεν σε κόβει η γκλαβανή?".

ο γκλέφαρους : το μέτωπο.

ο γκόλιαβους : γυμνός.


γκουλουγκλιέμι : κυλιέμαι. 

γκουμπζιαλνούμι : γαργαλιέμαι. 

η γκουργκούλα : η πέτρα.

γκουρλώθκα : πνίγηκα.

τα γκόρτσα : φρούτα που μοιάζουν με αχλάδι. 

γκούρτσα : πήρα φωτιά (μεταφορικά : νευρίασα) .

η γκλίτσα : ποιμενική μαγκούρα με σκαλιστή λαβή.


ο γκούστιρας : η γκρίζα σαύρα της περιοχής μας, η πετροσαύρα (τοιχόσαυρα αλλού). 


ο γκτζιούπας : αυτός που δεν μπορεί να κάνει τίποτα, ο ανίκανος (σαν πείραγμα).

το γραψίμ' : άνευ σημασίας άνθρωπος ή ο καχεκτικός και αδύναμος.

γριντώνουμι : ξαπλώνω, την αράζω.


δ

το δερβέν' : η κλεισούρα, επίσης περιοχή στα Πιέρια.



ε



ζ

ο ζαϊρές : η γέμιση της πίτας. 

η ζαμάρα : το στήθος του μαγειρεμένου κοτόπουλου. 

το ζαράλ' : η ζημιά που προκαλείται ακούσια σε περιουσία άλλου.

η ζαρβόντσα : η πόρτα μιας περίφραξης. 


ζιούνα : το λέμε όταν κάποιος μαζεύτηκε από τρομάρα ("μαζεύκι ζιούνα¨).

το ζλάπ' : η φράση «παρουσιάσκει ζλάπ» σημαίνει ότι εμφανίστηκαν στα πέριξ λύκοι και πρέπει να προσέχει ο τσοπάνης. 


το ζνίχ' : η περιοχή του σβέρκου.

ζμπίζου : ζουλώ. 

το ζούζλου : έντομο.


το ζυγούρ' : πρόβατο που μόλις έχει περάσει το πρώτο έτος της ηλικίας του.



η



θ
θαραπαύκα : χόρτασα.


ι
ιπουρτόρια : πριν από λίγο, νωρίτερα.



κ
η κανούτα : η σταχτιά (λέγεται για τις κατσίκες "η κανούτα γίδα").


η κάπα : χοντρό πανωφόρι από τραγόμαλλο. Φοριέται τους χειμερινούς μήνες.

το καραούλ' : σκοπιά, φρουρά (επίσης περιοχή στο υδραγωγείο των Ριζωμάτων).


η καρδάρα : ξύλινο στρογγυλό δοχείο για το άρμεγμα του γάλακτος.

ο καρκαλέτσιους : η ακρίδα.

το καρλιανγκούτσ' : μεταφορικά το μυαλό, το πίσω μέρος του κεφαλιού.


το καντιποτέϊνιο : επίθετο που χρησιμοπιείται όταν μαλώνουμε κάποιο μικρό παιδί.

ο κλέτσιους ή γκλέτσιους : ο αγκώνας.

κλούτσιασα : πιάστηκα από την ακινησία. 

κιαϊμέτ' : έκφραση που σημαίνει πολύ. 

κλουτσαρνώ : χτυπώ τα πόδια με δύναμη (πχ το ζώο για να ξεφύγει από παγίδα).

το κότσ' : ο αστράγαλος.

τα κουκούμια : τα δοχεία.


η κουκόσια : το καρύδι.

το κουνάκ' : αυτοσχέδιο καλύβι από σάλωμα (είδος καλαμιού). Χρησίμευε για καλοκαιρινό κατάλυμα του τσομπάνη, στα ορεινά και το χειμώνα το εγκατέλειπαν για τα χειμαδιά.

η κουπάνα : μεγάλο μεταλλικό ή ξύλινο ορθογώνιο δοχείο που έπιναν νερό τα ζώα.


ο κουπός : το μονοπάτι που ανοίγεται στο χιόνι.

ο κουρνιαχτός : η σκόνη.

το κουτσιαβέλ' : το κουτάβι.

η κουλουφουτιά : η πυγολαμπίδα. 

τα κυπριά : μεγάλα κουδούνια από μπρούντζο σαν καμπάνα για γίδια. 



λ

το λαχτέντου : το μικρό γουρουνάκι, του γάλακτος.

λιγγιάζω : έχω λόξυγγα. 

η λούν' : η λάσπη



μ

ο μάνταλος : το λουκέτο, η κλειδαριά.

ο μαντζάρας : αυτός που μαζεύει και βόσκει τα ζώα των άλλων (και τα δικά του). Πάει με τη σειρά ανάλογα με την ποσότητα ζώων του καθενός, τόσες μέρες τα βόσκει και μετά άλλος. Αυτό γινόταν παλιά που πολλοί είχαν λίγα ζώα στα σπίτια και όχι κοπάδια. 

μάργωσα : πάγωσα. 

τα μασλάτια : κουβέντες, συζητήσεις. 

ο μαχαλάς : η γειτονιά.


μαυλώ : καλώ κοντά μου με ιδιόρρυθμη φωνή οικόσιτα ζώα.

η μισάλα : άσπρο μαντήλι γυναικείο. 


τα μπαγκράτσια : μικρά χάλκινα δοχεία.


μπαλιάμ' : έκφραση που σημαίνει "σκασίλα μου".

ο μπαξές : το περιβόλι, ο κήπος.


η μπράσκα : ο μεγάλος βάτραχος. 

μπιζέρσα : βαρέθηκα. 

το μόλεμα : το λες μαλώνοντας κάποιον (συνήθως παιδί). 

ο μπακατσέλας : το λέμε χαριτολογώντας για ένα όμορφο μικρό αγοράκι.

τα μπάμπαλα: τα σκουπίδια τα μικρά (πχ "μπήκε μπάμπαλο στο μάτι").

τα μπλιακούτια : τα εντόσθια. 

ο μπζιαμπζιάκους : μαγειρεμένο εντόσθιο ζώου για φάγωμα (το στομάχι). 

τα μπιλτζίκια : τα βραχιόλια, τα κοσμήματα στο χέρι.

ο μπίτσιους : το γουρούνι.

μούνγκι : μόνο.

ο μούρτζιους : αυτός που είναι στο πρόσωπο λερωμένος. 

το μούργκζμα : η ώρα που αρχίζει να σκοτεινιάζει (ώρα μουργκί)

μούτα : έκφραση και εννοούμε αθόρυβα ή όταν δεν μιλάει κάποιος. 

ο μούτσιανους : ο μικρός. 

η μπουλντούκα : η λακκούβα με νερό.

ο μπούμπαρους : το φάντασμα, ο βρυκόλακας, το στχιό, το υπερφυσικό ον που τρομάζει.


μπουτί: έκφραση που σημαίνει "γιατί ?, για ποιο λόγο ?". 



ν

ναι μτι : έκφραση που σημαίνει "ναι καλά, άλλο τι". 

το νιβατό : το ψωμί, το καρβέλι.

νίβω : πλένω (το πρόσωπο).

το νιρουβλίκιασμα : όταν είσαι πολλή ώρα στο νερό και το δέρμα αποκτά την χαρακτηριστική υφή και όψη. 

ο νόχτους : η όχθη, ο γκρεμός ή το υπερυψωμένο χωμάτινο μέρος πχ δίπλα σε δρόμους.

νταϊαντώ : βαστώ, αντέχω. 

ντάϊμα : συνέχεια. 

το νταμάρ' : η καταγωγή, το γένος , το σόι.


η ντάμκα : το στίγμα. 

ο ντουρός ή τουρός : τα ίχνη (πατημασιές) των ζώων πάνω στο χιόνι ή πάνω στον κουρνιαχτό (σκόνη).

ο ντραγάτσ : δραγάτης, υδρονομέας.


ντραμανλιούμι : παραπατώ.



ξ

ξικλαμουριάστκα : δεν έχω δύναμη να πάω πουθενά, διαλύθηκα. 

ξιπλατίσκα : κουράστηκα.


ξιστρουφκιάσκα : σιχάθηκα.

ο ξισλόϊαστους , ξισλάρουτους : αυτός που δεν έχει τα μυαλά του στο κεφάλι του.



ο



π

παλαΐζω : ψάχνω .

παρατόρσα : τρόμαξα, μου βγήκε το λάδι, σάλεψα, τα έχασα και δεν ξέρω κατά που να πάω, δεν μπορώ άλλο, κουράστηκα.


πιδικλώθκα : σκόνταψα.

ο πιπιλός : η σκόνη από κόκκινο χώμα συνήθως.


ο πίρπιρας : η νυχτοπεταλούδα που πάει στα φώτα.

το πιστιμάλ' : το μαντήλι που έβαζαν οι γυναίκες στα μαλλιά. 

η πητιά : το στομάχι των κατσικιών από το οποίο παίρνουν το πήγμα (ένζυμο), για να πήξουν το γάλα για τυρί.

πλιατσιαρνώ : πετάω νερά.

ο πλουκός : ο ξύλινος φράχτης.

πολεμώ (σιαπέρα) : πετάω κάτι. 

προυζιαλνώ (ψωμί) : ψήνω στη φωτιά ψωμί.



ρ
ο ραγκαλιάνους : ο λαιμός (συνήθως της κότας, της μαγειρεμένης).

η ρούγα : ο δρόμος.

η ρούσα : προβατίνα ξανθοκόκκινη. 


τα ρούτια : τα παλιόρουχα, τα φτηνά. 



σ

σαλαΐζω : δίνω σημασία ("μη με σαλαΐζεις").

το σαρδάκιασμα : δάρσιμο. 


τα σιάβαρα : τα σκουπίδια πχ τα φύλλα, τα κλαδιά τα πεσμένα κτλ (όχι τα οικιακά). 


το σιμπόδαυλο : το ξύλο που χρησιμοποποιείται για το ανακάτεμα της φωτιάς. 


ο σιούτους : το αρσενικό πρόβατο ή γίδι χωρίς καθόλου κέρατα.

σκιάθκα : τρόμαξα.

το σκιόπ' : Ήταν το νυφικό βέλος της εποχής. Έκρυβε το πρόσωπο της νύφης εως την λήξη της τελετής.

σκαπέτσι (αυτός) : ξέφυγε. 

οι σκαντζλήθρες : οι φωτιές και οι στάχτες που πετάγονται από τα ξερά ξύλα όταν καίγονται (πχ από τα κέδρα όταν καίγονται). 

ο σκλέντζας : ο πολύ αδύνατος. 

τα σκφούνια : πλεχτές κάλτσες από μαλλί κατσίκας. 

το σμίθ' : παλιά ήταν το λευκό ψωμί. Μεταφορικά το λέμε όταν μας ήρθε κάτι όπως το περιμέναμε. 

τα σπνιτκά : τα μάλλινα ρούχα που τα είχαν υφάνει στον αργαλειό.

το στάλσμα : το μάζεμα των προβάτων κάτω από σκιά το μεσημέρι .

η στέρφα : η στείρα θηλυκιά. 

η στρούγκα : πρόχειρο μαντρί με κλαδιά ή πέτρες για το άρμεγμα των ζώων.

το συναγόϊ : η συναγωγή,  η μάζωξη ατόμων. 

σφαλνώ : κλειδώνω. 

σφουγγίζω : καθαρίζω από νερό κάτι. 

σώθκι : τελείωσε.





τ

τ'απίπκα : όταν είσαι κάτω, ανάσκελα.

τανιούμι : τεντώνομαι. 

τεμπλαρουμένους : ο αραχτός, ο τεμπέλης.

ο τζάλαβος : ο απρόσεκτος.

το τζβικ' : το γεράκι.

τζιαναμπέτς : αυτός που κάνει πονηριές και παραπλανεί τους άλλους. 

το τζιούν' : η ακίδα.

τα τζιρνίκια : τα κορόμηλα. 

ο τζιτζβές : το μπρίκι.


τζιτζίριασα : ανατρίχιασα.

τηρώ : κοιτώ. 

τα τουμάρια : τα δέρματα των προβάτων ή γιδιών, αλλά και οι κακοί άνθρωποι.

τρουιρνώ : τριγυρίζω.
 

η τσαντίλα : μεγάλα τουλουπάνια για το στράγγισμα του μόλις πηγμένου τυριού. 

τα τσαούλια : τα ούλα, η γνάθος, το σαγόνι. 

το τσαρδί : πρόχειρο κατάλυμα από κλαδιά. Καλύβα.

τα τσαρούχια : αυτοσχέδια παπούτσια από το δέρμα ζώων με φούντα μπροστά.

το τσιοκάν' : το πλακέ κουδούνι για τα γίδια. Λέγεται και κραμπακίδα.

τσιορτσιόπ': παραμέρισε, καθάρισε το μέρος για να ρίξω την μπίλια χωρίς εμπόδια, χρησιμοποιούνταν στο παιχνίδι "μπίλες" (γυάλινοι βόλοι).

η τσιούκα : το καρούμπαλο.

το τσιντζέλ' : το φτηνό ρούχο, το λεπτό.

η τσίπα : το μαντήλι που φόραγαν οι γυναίκες.

το τυρόγαλου : το υγρό που μένει από το πήξιμο του τυριού.



υ



φ

φασκιωμένος : το να φοράς πολλά ρούχα.

ο φίτζιους : πέτρα πλακέ για το ομώνυμο παιχνίδι.

η φλαψιά : το καλαμπόκι που ψήνουμε. 

φλιατσιαρνώ : σφαλιαρώνω.

ο φλόμους : ο καπνός. 

το φουκάλ' : η αυτοσχέδια σκούπα από ξερά κλαδιά.

η φουλτακίδα : η φουσκάλα που βγάζουμε στο εσωτερικό των χειλιών.


η φούρλα : η στροφή γύρω από τον άξονά μας. 

φουρτουρώ : πετάω κάτι. 

το φουρφούρ' : το παιχνίδι με έλικες σαν ανεμόμυλος.

φρακαλνώ : ρουφάω την μύτη.

το φτσελ' : δοχείο ξύλινο για νερό ή κρασί.


χ

χαλέβω : θέλω.

ο χαλές : η τουαλέτα.

ο χαμκούτας, ο χλιάρας, ο χνίκας : περιπαιχτικά ο χαζός. 

το χούι : η ιδιοτροπία, η συνήθεια.

χουϊάζω : μαλώνω κάποιον.



ψ



ω

(λέξεις προστίθενται συνέχεια και το άρθρο ανανεώνεται συχνά) 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου