Γλωσσάρι Πιερίων


Παρακάτω θα προσπαθήσουμε να  δημιουργήσουμε αλφαβητικά ένα γλωσσάρι/ευρετήριο λέξεων και εκφράσεων που χρησιμοποιούνται στα Πιέρια και έχουν τις ρίζες τους στα αρχαία Ελληνικά, στα νέα Ελληνικά, στα Λατινικά και Βλάχικα καθώς και στην Τουρκική γλώσσα αποτέλεσμα των 400 χρόνων σκλαβιάς.  Αν επιθυμείτε να στείλετε τις δικές σας λέξεις ή να διορθώσετε υπάρχουσες κατεβείτε στο τέλος της σελίδας και γράψτε στο πλαίσιο  (ή αν δεν μπορείτε στείλτε μήνυμα στο facebook ή στο e-mail oreinapieria@gmail.com)

α
ο Αγάς : μεταφορικά και ειρωνικά ο δεσποτικός και ο αυταρχικός.


αντραλίζομαι : ζαλίζομαι.


β
το βιός : η περιουσία.


το βετούλι :τ ο κατσίκι ενός έτους.


γ 

τα γαλάρια : τα γεννημένα πρόβατα ή γίδια που κρατούν (έχουν) γάλα.  

η γάστρα : σιδερένιο θολωτό σκέπασμα. Στη γάστρα ψήνονταν το ψωμί, ορισμένα φαγητά και ολόκληρα αρνιά ή κατσίκια.

η γκιόσα : η γίδα με μαύρη ράχη, άσπρη κοιλιά και λευκές ρίγες στο πρόσωπο 

η γκιούμα, το γκιούμ(ι) : το μεταλλικό δοχείο που συνήθως χρησιμοποιούνταν για ζέσταμα νερού.

γκόλιαβος : γυμνός.

η γκλίτσα : ποιμενική μαγκούρα με σκαλιστή λαβή.


ο γκούστερας : η σαύρα (τοιχόσαυρα)


δ
το δερβένι : η κλεισούρα, επίσης περιοχή στα Πιέρια.


ε


ζ
η ζαρβόντσα : η πόρτα με κάγκελα, μιας περίφραξης.

το ζλάπι : η φράση «παρουσιάσκει ζλάπι» σημαίνει ότι εμφανίστηκαν στα πέριξ λύκοι και πρέπει να προσέχει ο τσοπάνης. 


το ζούζλο : έντομο


το ζυγούρι : πρόβατο που μόλις έχει περάσει το πρώτο έτος της ηλικίας του.


η


θ


ι


κ
η κανούτα : η σταχτιά (λέγεται για τις κατσίκες "η κανούτα γίδα").


η κάπα : χοντρό πανωφόρι από τραγόμαλλο. Φοριέται τους χειμερινούς μήνες.

το καραούλι : σκοπιά, φρουρά (επίσης περιοχή των Ριζωμάτων).


η καρδάρα : ξύλινο στρογγυλό δοχείο για το άρμεγμα του γάλακτος.

το καρλιανγκούτσ(ι) : μεταφορικά το μυαλό, το πίσω μέρος του κεφαλιού.


το κονάκι : αυτοσχέδιο καλύβι από σάλωμα (είδος καλαμιού). Χρησίμευε για καλοκαιρινό κατάλυμα του τσομπάνη, στα ορεινά και το χειμώνα το εγκατέλειπαν για τα χειμαδιά.

ο κοπός : το μονοπάτι που ανοίγεται στο χιόνι.

το κότσι : ο αστράγαλος.

τα κουκούμια : τα δοχεία.

η κουπάνα : μεγάλο μεταλλικό ή ξύλινο ορθογώνιο δοχείο που έπιναν νερό τα ζώα.


ο κουρνιαχτός : η σκόνη.

τα κυπριά : μεγάλα κουδούνια από μπρούντζο σαν καμπάνα για γίδια. 


λ
η λούν(η) : η λάσπη


μ

το μαντρί : κατοικία προβάτων.

ο μαχαλάς : η γειτονιά.


μαυλάω : καλώ κοντά μου με ιδιόρρυθμη φωνή οικόσιτα ζώα.

η μεσάλα : άσπρο μαντήλι γυναικείο. 


τα μπαγκράτσια : μικρά χάλκινα δοχεία.

ο μπαξές : το περιβόλι, ο κήπος.

ο μπούμπαρος : το φάντασμα, ο βρυκόλακας, το στχιό, το υπερφυσικό ον που τρομάζει.


ν
το νταμάρι : η καταγωγή, το γένος , το σόι.


ο ντορός (ή τορός) : τα ίχνη (πατημασιές) των ζώων πάνω στο χιόνι ή πάνω στον κουρνιαχτό (σκόνη).


ξ
ξιπλατίσκα : κουράστηκα.

ο


π
παρατόρσα : τρόμαξα, μου βγήκε το λάδι, σάλεψα, τα έχασα και δεν ξέρω κατά που να πάω, δεν μπορώ άλλο, κουράστηκα.


ο πιπιλός : η σκόνη από κόκκινο χώμα συνήθως.


η πητιά : το στομάχι των κατσικιών από το οποίο παίρνουν το πήγμα (ένζυμο), για να πήξουν το γάλα για τυρί.


ρ
ο ραγκαλιάνος : ο λαιμός (συνήθως της κότας, της μαγειρεμένης).

η ρούγα : ο δρόμος.

η ρούσα : προβατίνα ξανθοκόκκινη. 



σ

ο σιούτος : το αρσενικό πρόβατο ή γίδι χωρίς καθόλου κέρατα.

σκιάθκα : τρόμαξα.

στάλισμα : το μάζεμα των προβάτων κάτω από σκιά το μεσημέρι .


η στέρφα : η στείρα θηλυκιά. 

η στρούγκα : πρόχειρο μαντρί με κλαδιά ή πέτρες για το άρμεγμα των ζώων.

σώθηκε : τελείωσε , πχ "σώθηκε το νερό" σημαίνει "τελείωσε το νερό"


τ
ο τζιτζβές : το μπρίκι.


τζιτζίριασα : ανατρίχιασα.

τσιορτσιόπ(ι): παραμέρισε, καθάρισε το μέρος για να ρίξω την μπίλια χωρίς εμπόδια, χρησιμοποιούνταν στο παιχνίδι "μπίλες" (γυάλινοι βόλοι).


τα τομάρια : τα δέρματα των προβάτων ή γιδιών.
 

η τσαντίλα : μεγάλα τουλουπάνια για το στράγγισμα του μόλις πηγμένου τυριού. 

το τσαρδί : πρόχειρο κατάλυμα από κλαδιά. Καλύβα.

τα τσαρούχια : αυτοσχέδια παπούτσια από το δέρμα ζώων με φούντα μπροστά.
το τσιοκάνι : το πλακέ κουδούνι για τα γίδια. Λέγεται και κραμπακίδα.

το τυρόγαλο : το υγρό που μένει από το πήξιμο του τυριού.


υ


φ


χ
το χούι : η ιδιοτροπία, η συνήθεια.


ψ


ω

(λέξεις προστίθενται συνέχεια και το άρθρο ανανεώνεται συχνά) 

3 σχόλια:

  1. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από έναν διαχειριστή ιστολογίου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από έναν διαχειριστή ιστολογίου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή